Απο τα Ιστια στον Ατμο (1873-1900)

Η Επικράτηση των Ατμοπλοίων (1901-1911)

 

Στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, οι Έλληνες κατόρθωσαν με αργά αλλά αποφασιστικά βήματα να πραγματοποιήσουν με επιτυχία τη μετάβαση της εμπορικής τους ναυτιλίας από τα ιστία στον ατμό.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να κατασκευάζουν στην πατρίδα τους σχεδόν το σύνολο των ιστιοφόρων πλοίων τους. Πολλά καρνάγια σε όλη την ελληνική επικράτεια, εργάζονταν καθημερινά για να ναυπηγούν εξαιρετικά σκαριά, με τα οποία οι καραβοκύρηδες της εποχής είχαν κατορθώσει να συγκροτήσουν μια μεγάλη υπολογίσιμη δύναμη στις μεταφορές της Μεσογείου, αλλά και σε αυτές της Μαύρης Θάλασσας.

Με τη σταδιακή επικράτηση του ατμού στις θαλάσσιες μεταφορές αυτή η πρακτική έγραφε ουσιαστικά τον επίλογό της. Στην Ελλάδα ήταν αδύνατον να κατασκευαστούν ατμόπλοια την εποχή εκείνη και οι δυνατότητες του Κράτους για τη δημιουργία κατάλληλης ναυπηγικής βιομηχανίας, έστω και μετά την πάροδο κάποιων ετών, ήταν ανύπαρκτες. Η απόκτηση επομένως ατμοπλοίων από το εξωτερικό -και ειδικά από τη Μεγάλη Βρετανία- ήταν μονόδρομος. Εκείνη δε την εποχή, που η ναυτιλία των ατμοπλοίων αναπτυσσόταν με ραγδαίους ρυθμούς στον διεθνή χώρο, δεν υπήρχαν μεταχειρισμένα πλοία μεγάλης ηλικίας που να δικαιολογούν λόγω της παλαιότητάς τους χαμηλές τιμές, προσιτές στους Έλληνες καραβοκύρηδες, το βαλάντιο των οποίων ήταν εξαιρετικά περιορισμένο. Από την άλλη πλευρά, η απόκτηση ενός μεταχειρισμένου ατμοπλοίου ηλικίας 12-15 ετών προϋπέθετε δεκαπλάσια έως εικοσαπλάσια ποσά από αυτά που απαιτούνταν για την απόκτηση ενός ιστιοφόρου.

Με αυτά τα δεδομένα, μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη δυσκολία που αντιμετώπισαν οι καραβοκύρηδες της εποχής στην προσπάθεια αντικατάστασης των πλοίων τους, αλλά και τον καταλυτικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι Έλληνες της Διασποράς στη διαδικασία μετάβασης των ναυτίλων συμπατριωτών μας από τα ιστία στον ατμό. Εκείνοι μόνο είχαν την οικονομική δυνατότητα, αλλά και το επιχειρηματικό κύρος, να επενδύσουν στα πλοία της νέας τεχνολογίας. Αυτοί είναι ουσιαστικά και οι πρώτοι πλοιοκτήτες ατμοπλοίων ελληνικών συμφερόντων, τα οποία στην πλειοψηφία τους ύψωσαν ελληνική σημαία. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ένας σημαντικός αριθμός ελληνόκτητων πλοίων νηολογήθηκαν σε λιμάνια της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, και ταξίδεψαν υπό τις σημαίες αυτών των κρατών, υποδηλώνοντας από την εποχή εκείνη τη διεθνή διάσταση της ελληνικής ναυτιλιακής επιχειρηματικότητας. Στα πλοία αυτά πολλοί από τους καραβοκύρηδες των ιστιοφόρων έκαναν την πρώτη τους θητεία ως πλοίαρχοι προτού αποκτήσουν τα δικά τους ατμόπλοια, πάντοτε με τη στήριξη των ομογενών συμπατριωτών τους.

Το σημαντικότερο βήμα σημειώθηκε το 1873 όταν οι δραστηριοποιούμενοι στη Ρουμανία επιχειρηματίες αδελφοί Ιωάννης και Αντώνιος Θεοφιλάτοι, με καταγωγή από την Ιθάκη, κατασκεύασαν στα ναυπηγεία R. Thompson, Jr. στο Σάντερλαντ του Ηνωμένου Βασιλείου το πρώτο υπό ελληνική σημαία φορτηγό ατμόπλοιο, το οποίο ονομάστηκε IΘΑΚΗ.

Από τη χρονιά εκείνη, οι Έλληνες ξεκίνησαν ουσιαστικά τη μετάβασή τους στη νέα ναυτιλιακή πραγματικότητα με εξαιρετικά αργά βήματα, τα οποία δεν οφείλονταν μόνο στην έλλειψη ικανών κεφαλαίων. Σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για τη μετεξέλιξη της φυσιογνωμίας της ναυτιλίας των ιστιοφόρων σε ναυτιλία των ατμοπλοίων, υπήρξε η παντελής άγνοια χειρισμού των μηχανών πρόωσης των νέων σκαφών. Οι Έλληνες ήταν ανέκαθεν εξαιρετικοί ιστιοπλόοι, αλλά μέχρι τότε δεν γνώριζαν το παραμικρό γύρω από τη λειτουργία των μηχανών. Τα πρώτα βέβαια ατμόπλοια είχαν συγχρόνως τη δυνατότητα πρόωσης και με ιστία, αλλά δεν νοείτο να ταξιδεύει το όποιο ατμόπλοιο χωρίς τους μηχανικούς του. Έτσι, τα περισσότερα από τα πλοία που αποκτούσαν οι Έλληνες αναγκάζονταν να εξασφαλίσουν τις υπηρεσίες αλλοδαπών μηχανικών, οι οποίοι αναλάμβαναν παράλληλα την εκπαίδευση των Ελλήνων.

Σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία της εκμάθησης της λειτουργίας των μηχανών διαδραμάτισε το Μηχανουργείο του Νεωρίου στην Ερμούπολη της Σύρου, το οποίο είχε δημιουργηθεί από το 1861 με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών των ταχυδρομικών ατμοπλοίων της Ατμοπλοΐας Ερμουπόλεως. Στην ουσία, υπήρξε η πρώτη άτυπη Σχολή Μηχανικών για το Εμπορικό Ναυτικό της Ελλάδος, την ανεκτίμητη προσφορά της οποίας ακολούθησαν και άλλα μηχανουργεία που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών στη χώρα και ιδιαίτερα στον Πειραιά.

Ένας επιπρόσθετος λόγος για την αργή ανάπτυξη της ατμήρους ναυτιλίας των Ελλήνων στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, είναι το γεγονός ότι η πλοιοκτησία των ατμοπλοίων περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό καθ’όλη σχεδόν τη συγκεκριμένη περίοδο σε άτομα που δεν ήταν οι ίδιοι ναυτικοί. Δεν βίωναν επομένως σε καθημερινή βάση τη λειτουργία της επιχείρησής τους, όπως συνέβαινε στην ιστιοφόρο ναυτιλία με τους καραβοκύρηδες εφοπλιστές που ταξίδευαν παραδοσιακά τα πλοία ως οικογενειακές επιχειρήσεις. Έχοντας παράλληλα μεγάλα επιχειρηματικά ενδιαφέροντα, κυρίως στο χώρο του εμπορίου, δεν είχαν ουσιαστικό κίνητρο να αναπτύξουν ταχύρυθμα μια δραστηριότητα, τη λειτουργία της οποίας δεν γνώριζαν εξάλλου σε μεγάλο βαθμό, αλλά και όπως αποδείχθηκε στην πορεία δεν είχαν και τη φιλοδοξία να περάσουν στις επόμενες γενιές των οικογενειών τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα ονόματα των ομογενών επιχειρηματιών που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο ως εφοπλιστές ατμοπλοίων στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μόνο οι Εμπειρίκοι κατόρθωσαν να διαγράψουν σημαντική πορεία στη ναυτιλία, η οποία επεκτείνεται μέχρι των ημερών μας. Ακόμα και η οικογένεια Βαλλιάνου με κορυφαίο τον Παναγή Βαλλιάνο, ουσιαστικό καθιδρυτή της ατμήρους ναυτιλίας λόγω των μεγάλων επενδύσεών του σε νεότευκτα από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 και μετά, δεν κατόρθωσε να παραμείνει ως όνομα στον εφοπλιστικό στίβο πέρα από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Σε όλη τη διάρκεια των συγκεκριμένων τριών δεκαετιών, το ελληνικό κράτος δεν ασχολήθηκε με την εξέλιξη της εμπορικής ναυτιλίας. Πέρα από την παντελή απουσία ναυτιλιακής πολιτικής και έχοντας ως επόπτη της λειτουργίας της το υπουργείο Ναυτικών, αρμόδιο στην ουσία για το Πολεμικό Ναυτικό, το κράτος δεν κατόρθωσε να θεσμοθετήσει το παραμικρό για τη διευκόλυνση της μετάβασης της ναυτιλίας των Ελλήνων από τα ιστία στον ατμό. Ούτε καν νομοθεσία που θα κάλυπτε την ανάγκη ναυτικής υποθήκης για να μπορεί να ισχύσει ο δανεισμός στον ναυτιλιακό χώρο.

Παρά το δυσχερές περιβάλλον, σχεδόν 200 ατμόπλοια αγοράστηκαν και διαχειρίστηκαν από Έλληνες στη διάρκεια αυτής της τριακονταετίας. Ένας εντυπωσιακός πράγματι αριθμός, εάν λάβει κανείς υπόψη ότι περίπου το 40% από αυτά ήταν νεότευκτα. Η λειτουργία τους αποδείχθηκε πολλαπλά ευεργετική για τη χώρα. Πέρα από τη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας χωρίς την παραμικρή επένδυση από την πλευρά του κράτους, τα έσοδα από τη ναυτιλία, στο σύνολό τους κεφάλαια που προέρχονταν από την αλλοδαπή, εισέρευσαν στη χώρα που την εποχή εκείνη αντιμετώπισε τη χρεοκοπία. Ανεκτίμητο όμως ήταν το όφελος των ελληνικών νησιών, και ιδιαίτερα εκείνων οι κάτοικοι των οποίων ασχολούνταν παραδοσιακά με τη ναυτιλία. Όλη σχεδόν η υποδομή τους βασίστηκε σε πόρους που προήλθαν από τη ναυτιλιακή δραστηριότητα των Ελλήνων, η οποία δεν θα είχε φτάσει στον νέο αιώνα χωρίς τη μετάβασή της στην ατμοπλοΐα.

Ωστόσο, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, και παρά τη σταδιακή εξέλιξη των παραδοσιακών καραβοκυραίων των ιστιοφόρων σε εφοπλιστές ατμοπλοίων -που από μόνο του ως γεγονός έδινε βάσιμες ελπίδες για μια πλέον ταχύρυθμη ανάπτυξη- η λειτουργία της παγκόσμιας ναυτιλίας, κορεσμένης πλέον από τις συνεχείς παραδόσεις νεότευκτων πλοίων, κυρίως από τα βρετανικά ναυπηγεία, άρχισε να παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης. Σε ένα τέτοιο δυσοίωνο περιβάλλον, η ναυτιλία των Ελλήνων, η οποία ως αποκλειστικό της προορισμό είχε την εξυπηρέτηση των παγκοσμίων αναγκών και δεν βασίζονταν ούτε κατ’ ελάχιστο στις εθνικές μεταφορές, έδειξε προς στιγμήν να περιέρχεται σε δεινή θέση. Όμως, μια απρόσμενη εξέλιξη, και συγκεκριμένα ο πόλεμος των Μπόερς που ξέσπασε στα τέλη του αιώνα στη Νότιο Αφρική, έμελλε να αλλάξει τα δεδομένα, αφού ένα μεγάλο μέρος του βρετανικού εμπορικού στόλου επιτάχθηκε για τις αναγκαίες μεταφορές δημιουργώντας νέα δεδομένα στον τομέα της προσφοράς και της ζήτησης. Μετά τους Έλληνες της Διασποράς που συνέβαλαν καταλυτικά στη δημιουργία της ατμήρους ναυτιλίας των Ελλήνων, το ξέσπασμα του πολέμου εκείνου ήταν ο από μηχανής Θεός που θα τη βοηθούσε να χαράξει μια νέα, δυναμική και αναπτυξιακή πορεία προς τον νέο αιώνα.

Η Επικράτηση των Ατμοπλοίων (1901-1911) »
 All works

Επικοινωνία

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας είτε μέσω email είτε συμπληρώνοντας τη φόρμα επικοινωνίας.

Call Us
ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
Say Hello
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.