Ναυτιλια και Πολεμοι (1912-1918)

<< Η Επικράτηση των Ατμοπλοίων (1901-1911) Από τον Πόλεμο στην Κρίση (1919-1929) >>

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η ατμήρης ναυτιλία των Ελλήνων είχε ήδη συνεισφέρει τις δυνάμεις της τόσο στη διάρκεια των προσπαθειών για τη διάσπαση του αποκλεισμού της Κρήτης από το Οθωμανικό Ναυτικό στην περίοδο 1866-1869, όσο και στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Εντούτοις, η ατυχής για τη χώρα έκβαση του τελευταίου δεν είχε επιτρέψει τη συνειδητοποίηση της προσφοράς της. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913 έμελλε να διαμορφώσουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Στις αρχές του 1912, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προχωρούσε ήδη στην υλοποίηση του οράματος για την επαναδημιουργία μιας μεγάλης Ελλάδας. Την ίδια εποχή, η υπό ελληνική σημαία ατμήρης ναυτιλία αριθμούσε περί τα 350 ατμόπλοια. Οι επικρατούσες συνθήκες εξακολουθούσαν να ενθαρρύνουν την περαιτέρω ανάπτυξή της, και έτσι τον Σεπτέμβριο του 1912, όταν η κήρυξη του Πολέμου βρισκόταν επί θύραις, 40 ακόμη περίπου ατμόπλοια ταξίδευαν με υψωμένη την ελληνική σημαία στην πρύμνη τους.

Αρκετές ημέρες πριν από την κήρυξη του Πολέμου και συγκεκριμένα στις 20 Σεπτεμβρίου 1912, η κυβέρνηση επέταξε τα εμπορικά πλοία που βρίσκονταν στον Πειραιά. Η επίταξη συνεχίστηκε και σε άλλα λιμάνια της χώρας, ενώ παράλληλα τα πλοία που βρίσκονταν στο εξωτερικό λάμβαναν οδηγίες να πλεύσουν πάση δυνάμει στην Ελλάδα.

Η όλη διαδικασία όμως σκιάστηκε από ένα ατυχές περιστατικό. Κανένας αρμόδιος δεν σκέφτηκε να ειδοποιήσει έγκαιρα τα ατμόπλοια που βρίσκονταν σε λιμάνια υπό τον έλεγχο των Τούρκων. Το γεγονός εκμεταλλεύτηκαν οι τελευταίοι και παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο τα κατακράτησαν αρκετές ημέρες πριν κηρυχθεί ο Πόλεμος. Αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να στερηθεί η χώρα τη συμμετοχή τους στην εθνική προσπάθεια αλλά και να τεθούν στην υπηρεσία των εχθρικών δυνάμεων. Τελικά 40 από αυτά οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και παρέμειναν εκεί ανενεργά μέχρι το τέλος του Πολέμου.

Οι νίκες στους Βαλκανικούς Πολέμους είχαν ως αποτέλεσμα και την ανάκτηση εδαφών της χώρας που βρίσκονταν επί αιώνες υπό τον οθωμανικό ζυγό. Μεταξύ αυτών ήταν και το νησί της Χίου, που μαζί με τις παρακείμενες Οινούσσες έμελλε να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ελληνικής ναυτιλίας. Τα δύο αυτά νησιά είχαν ήδη αναδείξει από τα μέσα του περασμένου αιώνα σπουδαίους ναυτικούς, πολλοί από τους οποίους μάλιστα εξελίχθηκαν σε κορυφαίους εφοπλιστές παγκοσμίου κύρους.

Η καθοριστική συνεισφορά του εμπορικού στόλου στην επιτυχή έκβαση του αγώνα χάρισε στη ναυτιλία δύο μεγάλους υποστηρικτές, οι οποίοι στη διάρκειά του είχαν βιώσει τον ανεκτίμητο ρόλο της, κυρίως με την ταχεία μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων σε όλα τα θέατρα του Πολέμου. Επρόκειτο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και έναν από τους κορυφαίους συντελεστές της νίκης, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη.

Την ίδια στιγμή, οι εμπειρίες από τα γεγονότα της εποχής προβλημάτιζαν έντονα τους εφοπλιστές, ορισμένοι από τους οποίους -με επικεφαλής τον υδραίο Γκίκα Κουλούρα- προέβαλαν την ανάγκη δημιουργίας σωματείου για την αποτελεσματικότερη προάσπιση των συμφερόντων του κλάδου. Δεν ήταν όμως απλή υπόθεση. Οι περισσότεροι από τους εφοπλιστές ήταν συγχρόνως πλοίαρχοι των ατμοπλοίων τους, ενώ τα ελάχιστα ναυτιλιακά γραφεία που είχαν μέχρι εκείνη την εποχή ιδρυθεί από Έλληνες βρίσκονταν ως επί το πλείστον στο Ηνωμένο Βασίλειο, και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, το Κάρντιφ και το Νιούκαστλ. Έτσι, τίποτα δεν άλλαξε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1914 οπότε ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πέρα από το γεγονός ότι στη δύναμη του ελληνικού νηολογίου είχαν προστεθεί περίπου 100 ατμόπλοια ακόμη.

Η διαφωνία μεταξύ του Βασιλέα Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να παραμείνει σε ουδετερότητα. Τον Μάρτιο του 1915, με στόλο που πλησίαζε τα 500 ατμόπλοια, η ναυτιλία των Ελλήνων αποτελούσε πλέον την ενδέκατη κατά σειρά δύναμη στην παγκόσμια κατάταξη, και μάλιστα με εξαιρετικές προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.

Από εκείνη την εποχή όμως, η εικόνα άρχισε να διαφοροποιείται με δραματικούς ρυθμούς. Χωρίς την αίσθηση ουσιαστικού ενδιαφέροντος από πλευράς ενός κράτους στο οποίο κυριαρχούσε η πολιτική αστάθεια, και με την απουσία ενός συλλογικού οργάνου που θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων καταστάσεων που καθημερινά διαμόρφωνε ο Πόλεμος, πολλοί Έλληνες εφοπλιστές, επηρεασμένοι και από τη συνεχή άνοδο των αξιών των πλοίων, άρχισαν να πωλούν το ένα μετά το άλλο τα ατμόπλοιά τους. Την απόφασή τους αυτή ενίσχυσε ακόμα περισσότερο η απειλή του γερμανικού υποβρυχίου που είχε αρχίσει να βάλλει ακόμα και κατά του ουδέτερου ελληνικού πλοίου. Μέσα σε λίγους μήνες, προτού η κυβέρνηση αντιληφθεί την τεράστια ζημιά και απαγορεύσει τις πωλήσεις, το ελληνικό νηολόγιο είχε απωλέσει περισσότερα από 100 ατμόπλοια.

Εν τω μεταξύ, η εκρηκτική άνοδος των ναύλων λόγω του Πολέμου επέφερε τεράστια κέρδη στους εφοπλιστές. Συγχρόνως όμως, η σημαντική αύξηση του μεταφορικού κόστους επηρέασε υπέρμετρα τις τιμές των εισαγόμενων αγαθών με αποτέλεσμα τη δημιουργία -για πρώτη φορά- κλίματος δυσφορίας για τους Έλληνες εφοπλιστές στην ίδια τους την πατρίδα. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στην αναθέρμανση της ιδέας για τη σύσταση οργάνου με σκοπό τη συλλογική αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούσαν τη ναυτιλία. Έτσι, στις 16 Φεβρουαρίου 1916 ιδρύθηκε στον Πειραιά η Ένωσις Ελλήνων Εφοπλιστών με πρώτο πρόεδρο τον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο. Το σύνολο των ιδρυτικών της μελών αποτελούσαν μέρος του σκληρού πυρήνα των υποστηρικτών του κόμματος του Βενιζέλου, τον οποίο μάλιστα ακολούθησαν στη Θεσσαλονίκη όπου σχημάτισε την κυβέρνησή του.

Με την είσοδο της χώρας στον Πόλεμο το 1917, το επίκεντρο του ναυτιλιακού ενδιαφέροντος μεταφέρθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου λειτουργούσε ένας αξιόλογος αριθμός ελληνικών ναυτιλιακών γραφείων. Το σύνολο των ελληνικών πλοίων ναυλώθηκαν από τη βρετανική κυβέρνηση με σαφώς χαμηλότερους ναύλους από αυτούς που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Συγχρόνως, τέθηκαν περιορισμοί στο ύψος των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που θα καταβάλλονταν σε περίπτωση πολεμικής απώλειας των σκαφών. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η ελληνική ναυτιλία, τα πλοία της οποίας διατέθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις στις πλέον επικίνδυνες μεταφορές -γαιανθράκων από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Μεσόγειο και μεταλλευμάτων από τη Μεσόγειο στο Ηνωμένο Βασίλειο- γνώρισε τον αποδεκατισμό από τη δράση των γερμανικών υποβρυχίων. Με τη λήξη του Πολέμου, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων, έχοντας καταγράψει τις μεγαλύτερες απώλειες συγκριτικά με άλλες ναυτιλίες, είχε συρρικνωθεί σε βαθμό που δεν θύμιζε ούτε κατ’ ελάχιστο τον κραταιό στόλο του 1915.

Παρ’όλα αυτά, ο ελληνικός εφοπλισμός είχε πραγματοποιήσει στο σύνολό του εξαιρετικά κέρδη από πωλήσεις, αποζημιώσεις, αλλά και από την εκμετάλλευση των ατμοπλοίων στη διάρκεια του Πολέμου, ιδιαίτερα κατά τα έτη 1915 και κυρίως 1916. Υπήρχε, επομένως, η δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων για την αποκτήση πλοίων, με τα οποία οι εφοπλιστές θα μπορούσαν -κατά την κρίση τους- να επανέλθουν ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές.

Η ελληνική κυβέρνηση όμως είχε άλλες σκέψεις. Τον Νοέμβριο του 1917 επέβαλε έκτακτη βαριά φορολογία -και μάλιστα με αναδρομική ισχύ- επί όλων των κερδών που είχε πραγματοποιήσει η ναυτιλία από τη διαχείριση των πλοίων από το 1915, καθώς και επί της υπεραξίας που είχε δημιουργηθεί είτε από την πώληση είτε από την ασφαλιστική αποζημίωση των απολεσθέντων σκαφών. Ατυχώς, ο Βενιζέλος -ο οποίος ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία- στην αγωνία του να ανακτήσει η χώρα έναν αξιόλογο εμπορικό στόλο το συντομότερο δυνατό, για καθαρά αμυντικούς λόγους, συμπεριέλαβε στο νόμο μια ειδική διάταξη. Μέσω αυτής θα επιστρεφόταν ο φόρος στους πλοιοκτήτες που εντός πενταετίας από τη λήξη του Πολέμου θα προέβαιναν στην αγορά ή στη ναυπήγηση πλοίων προς αντικατάσταση αυτών που είχαν πουληθεί ή αποζημιωθεί από τους ασφαλιστές. Η διάταξη αυτή, η χρονική διάρκεια της οποίας μειώθηκε το 1919 από πενταετία σε διετία, οδήγησε πολλούς εφοπλιστές στη βεβιασμένη απόφαση να επενδύσουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους σε εντελώς λανθασμένο χρόνο, με καταστροφικά αποτελέσματα για τους περισσότερους, αλλά και την ποιοτική υποβάθμιση της ναυτιλίας τα αμέσως επόμενα χρόνια.

« Η Επικράτηση των Ατμοπλοίων (1901-1911) Από τον Πόλεμο στην Κρίση (1919-1929) »
 All works

Επικοινωνία

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας είτε μέσω email είτε συμπληρώνοντας τη φόρμα επικοινωνίας.

Call Us
ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
Say Hello
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.